Κυριακή 3 Μαΐου 2020

10ο Άρθρο: Και ζήσαμε εμείς καλά..;

   "Και έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα." Κλασική φράση για κλείσιμο παραμυθιών. Που καθησυχάζει τον αναγνώστη-ακροατή ότι οι ήρωες που αγάπησε είχαν μία καλή ζωή και τον γεμίζει με αισιοδοξία ότι ο ίδιος θα έχει μία ακόμα καλύτερη. Ένα επιπλέον παραμύθι θα μπορούσε να αποτελεί κι η ζωή μας τους τελευταίους 2-3 μήνες. Με μία πιθανή σημαντική διαφορά, ότι σε αυτή την ιστορία που πηγάζει από την πραγματικότητα, είναι επίσης αμφίβολο το αν θα υπάρχει καλό τέλος. Και ότι μετά από τόση προσπάθεια και πόρους ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι ήρωές της, εμείς, θα ζήσουμε, είναι αμφίβολο το πόσοι θα ζήσουν καλά και πόσοι καλύτερα. Με λιγότερες από 24 ώρες να απομένουν μέχρι την έναρξη της σταδιακής (και ίσως και προσωρινής) άρσης των μέτρων για τον κορωναϊό και μετά από 1,5 μήνα από το προηγούμενο σχετικό μου κείμενο, θα ήθελα να κάνω μία νέα, αναθεωρημένη αποτίμηση της κατάστασης.

   Παρότι φύσει θεωρητικός με φιλοσοφική σκέψη, θεωρώ ότι τέτοιου είδους ζητήματα προσεγγίζονται καλύτερα πρακτικά-μαθηματικά. Συνεπώς, υπάρχουν ουσιαστικά 2 ενδεχόμενα για τον κορωναϊό. Το ένα είναι να είναι μία σοβαρότατη ασθένεια, ένας τρομακτικός εχθρός της ανθρωπότητας, που χρήζει σοβαρής μετροληψίας και προσοχής. Το άλλο είναι να μην είναι παρά ακόμα μία ασθένεια, όπως αρκετές ακόμα, που ναι μεν θέλει μία α προσοχή και θα τιμωρήσει όσους την πάρουν αψήφιστα, δεν είναι όμως λόγος να παραλύσουν (στην καλύτερη) - να διαλυθούν (στη χειρότερη) τα πάντα, ούτε θέμα με το οποίο πρέπει να ασχολούμαστε σχεδόν εξ' ολοκλήρου 2 μήνες. Καθώς ομολογουμένως δεν είμαι ειδικός επί τέτοιων θεμάτων, ώστε να ξέρω με σιγουριά ποια είναι η αλήθεια (κλίνω βέβαια ξεκάθαρα προς το 2ο), θα αναφερθώ και στα δύο.

   Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με το 1ο ενδεχόμενο. Ότι ο κορωναϊός είναι ένα τρομερό πρόβλημα, μία μεγάλη απειλή για όλη την ανθρωπότητα. Κάτι που, αν ισχύει, συνιστά σωστότατα όσα μέτρα έχουν ληφθεί μέχρι τώρα, από τους ηγέτες όλων των χωρών, και της Ελλάδας, συγκεκριμένα, στην οποία θα ήθελα και να εστιάσω. Σωστή η απαγόρευση μετακινήσεων, σωστή η απαγόρευση της κυκλοφορίας, σωστό το κλείσιμο ιδιωτικών και δημόσιων υπηρεσιών, και μεγάλο μπράβο σε όσους πήραν αυτές τις γενναίες αποφάσεις. Και κάπου εδώ, προφανώς, έρχεται ένα μεγάλο "αλλά". Γιατί τώρα υπάρχει άρση των μέτρων; Γιατί επανεπιτρέπεται η κυκλοφορία, γιατί ξανανοίγουν οι επιχειρήσεις; Ο κορωναϊός υπάρχει ακόμα, σωστά; Και με αυτά τα μέτρα θα ξαναρχίσει να διασπείρεται. Συνεπώς, η κυβέρνηση θέτει τις ζωές μας σε κίνδυνο, εκθέτοντάς μας σε αυτό τον επικίνδυνο, θανατηφόρο ιό. Αν είναι όντως τέτοιος, το σωστό θα ήταν τα μέτρα να συνεχιστούν εώς ότου να μην υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που κουβαλάει τον ιό (εν γνώσει μας έστω). Και παράλληλα, τα σύνορα να μείνουν κλειστά μέχρι να ανακαλυφθεί μία αξιόπιστη θεραπεία / ένα εμβόλιο. Κάποιες φορές πρέπει να είσαι διατεθειμένος να φτάσεις το μαχαίρι στο κόκαλο, όχι να φοβάσαι να πας μετά από ένα σημείο. Διαφορετικά, αφενός κάναμε μία τρύπα στο νερό αυτούς τους 2 μήνες (καθώς ο ιός θα ξαναρχίσει τώρα να διασπείρεται) και αφετέρου η κυβέρνηση θέτει τις ζωές των πολιτών της σε κίνδυνο.

   Πάμε και στο δεύτερο ενδεχόμενο, τώρα. Ο κορωναϊός είναι ένας ακόμα μικροοργανισμός που προσβάλλει τον άνθρωπο, όπως τόσοι και τόσοι ακόμα, με παράγοντα που του προσδίδει μία έξτρα επικινδυνότητα το ότι δεν έχουμε βρει ακόμα μία αξιόπιστη θεραπεία. Και που οι περισσότεροι τον περνάνε σχετικά ήπια, παρόμοια με μία ίωση, με εξαίρεση ευπαθείς ομάδες (κυρίως ηλικιωμένοι και άνθρωποι με αναπνευστικά προβλήματα) που κινδυνεύουν ακόμα και με θάνατο. Αυτό το τελευταίο, ότι πλην εξαιρέσεων, κινδυνεύουν ευπαθείς ομάδες κι όχι ο οποιοσδήποτε είναι πάρα, πάρα πολύ σημαντικό. Όχι, προφανέστατα, επειδή αδιαφορώ για αυτές. Δεν θα μπορούσα άλλωστε, από τη στιγμή που έχω και γω δικούς μου ανθρώπους που ανήκουν σε εκείνες. Αλλά επειδή αυτό μας δίνει μία προβλεπτική ικανότητα όσον αφορά τον ιό. Ξέρουμε ποιους χτυπάει κυρίως, ξέρουμε ποιοι κινδυνεύουν και, συνεπώς, ξέρουμε ποιους πρέπει να προστατεύσουμε. Το λέω εξαρχής, θα μπορούσαν οι περισσότεροι να συνεχίζουν να ζουν, προσέχοντας, και να μπουν σε καραντίνα μόνο οι ευπαθείς ομάδες. Είτε μισθώνοντας το κράτος νοσηλευτές να τους φροντίζουν όσο αυτοί μένουν κλεισμένοι σπίτια τους, είτε φτιάχνοντας έκτακτους ξενώνες για αυτούς, είτε με άλλους τρόπους που δεν μπορώ να σκεφτώ εγώ. Δύσκολο; Ναι. Ασύμφορο οικονομικά; Ξεκάθαρα. Όχι όμως πιο δύσκολο και πιο ασύμφορο από το να παραλύει μία ολόκληρη χώρα, ολόκληρα συστήματα, για έναν ιό που απειλεί ουσιαστικά (βάσει στοιχείων) ένα 7-8% του πληθυσμού, το οποίο ξέρουμε και ποιο είναι.

   Τι είναι αυτό που έχουμε καταφέρει αυτή τη στιγμή ως χώρα; Έχουμε πολύ λιγότερα κρούσματα και θανάτους από τις περισσότερες άλλες χώρες, όπως θα μπορούσαν να πουν οι εκπρόσωποι κι οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής που ακολουθήθηκε. Ναι σωστά, σίγουρα, προκύπτει από στοιχεία και (μάλλον) δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει. Ωστόσο, έχω δύο ενστάσεις επ' αυτού. Πρώτον, όλα αυτά αφορούν το παρόν. Ο ιός θα συνεχίσει να υπάρχει. Και η Ελλάδα είναι μία "παρθένα" χώρα σε αυτόν, αφού το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν έχει νοσήσει και άρα αποτελεί πρόσφορο έδαφος για τη διασπορά του. Κάτι που είναι πολύ πιθανό να γίνει και πολύ σύντομα, τώρα που ο κόσμος θα ξαναρχίσει να κυκλοφορεί, οι υπηρεσίες θα ξαναανοίξουν και που θα δεχτούμε (λογικά) και επισκέπτες από το εξωτερικό. Υπάρχει κάποια πρόληψη έναντι σε αυτό ή εναποθέτουμε τις ελπίδες μας απλά στο ότι οι υψηλές θερμοκρασίες δεν ευνοούν τον ιό; Επίσης, μία διαλυμένη οικονομία, όπως θα καταλήξουμε, αν δεν είμαστε ήδη, με τι πόρους θα μπορέσει να αντισταθεί σε μία τέτοια, νέα επίθεση του ιού; Γενικά, νομίζω είναι πολύ νωρίς και πολύ ανώριμο να πούμε από τώρα ότι η Ελλάδα γλίτωσε τα χειρότερα από τον κορωναϊό (χάρη στα μέτρα κυβέρνησης κι επιστημονικής ομάδας). Δεύτερον, ωραία, ας δεχτούμε ότι η ζωή εξασφαλίστηκε. Η ποιότητα της ζωής; Παίζει αυτή κανένα ρόλο; Τι ποιότητα ζωής θα έχουμε, όταν πολλοί Έλληνες θα βρεθούν ξανά κάτω από το όριο της φτώχειας, όταν υπηρεσίες όπως τα σχολεία θα έχουν δεχτεί ένα σοβαρότατο πλήγμα, όταν οι άνθρωποι θα έχουν βιώσει τον (τόσο ανθυγιεινό) εγκλεισμό, που θεωρώ, προσωπικά, πιθανότατο να επαναληφθεί κι αρκετές φορές, στο μέλλον;

   Εδώ θέλω τους επιστήμονες, τους "ειδικούς". Εδώ θέλω τον κύριο Τσιόδρα, που έχουν/είχαν πολλοί αγιοποιήσει. Σε ένα παιδί γυμνασίου, αν του δώσεις ως δεδομένα ότι α)έχουμε πρόβλημα με έναν ιό που απειλεί την υγεία, ως και τη ζωή των ανθρώπων και β)ο ιός αυτός μεταδίδεται μέσω της επαφής μεταξύ των ανθρώπων, πιθανότατα θα καταλήξει στο (λογικότατο) συμπέρασμα ότι πρέπει να απομονωθούμε, ώστε να προστατευτούμε από αυτόν. Ωραία, μπράβο, συγχαρητήρια. Λυπάμαι, αλλά προσωπικά, όταν μιλάμε για ανθρώπους με τόσα πτυχία και μόρφωση, επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας που χειρίζεται ένα τέτοιο σοβαρό ζήτημα, δεν μου αρκεί αυτή η προφανής, απλοϊκή λύση. Μπορεί να την δεχτώ, αν παραδεχτεί ότι ο ιός αυτός ξεπερνάει με κάποιον τρόπο την ιατρική επιστήμη, όσα γνωρίζουμε σήμερα. Μπράβο πάντως δεν θα του πω για αυτή την πρόταση. Επίσης, ο κύριος Τσιόδρας, που νευρίασε κιόλας προχθές, επειδή τον έθιξαν γιατί φάσκει κι αντιφάσκει σε θέματα όπως τα παιδιά που από "υγειονομικές βόμβες" έγιναν ακίνδυνα κι η χρήση της μάσκας που από κακή έγινε απαραίτητη (και η μη χρήση της τιμωρείται με σοβαρό πρόστιμο), πού ήταν όταν στην Κίνα γινόταν χαμός, πριν 4-5 μήνες; Γιατί δεν προέβλεψε, αν μη τι άλλο, ότι θα ετίθετο κι η χώρα μας σε κίνδυνο, όταν ο ιός έφτανε, αργά ή γρήγορα, ώστε να προτείνει στην κυβέρνηση εξονυχιστικούς έλεγχους και καραντίνα για όσους έρχονταν από το εξωτερικό, ως και κλείσιμο των συνόρων; Φανταστείτε, να βλέπαμε σε άλλες χώρες να γίνονταν όλα αυτά που γίνονται και τώρα αλλά σε μας ο ιός απλά να μην είχε έρθει ποτέ/να είχε απομονωθεί άμεσα. Εκεί τον θέλω τον κύριο Τσιόδρα, εκεί θα του πω μπράβο, εκεί θα θαυμάσω τα πτυχία και τις γνώσεις του, για αυτό τον πληρώνω ως Έλληνας πολίτης. Όσο και για τον έτερο της παρέας, τον κύριο Χαρδαλιά. Μας έχει πρήξει κι αυτός με τα "Μένουμε Σπίτι" και με την ανάγκη-υποχρέωσή μας να προστατεύσουμε τους συμπολίτες μας που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Όταν η κυβέρνηση κόβει συντάξεις-επιδόματα σε ηλικιωμένους, όταν η υγεία ιδιωτικοποιείται όλο και περισσότερο, όταν η οικονομία μας θα πληγεί σε σημείο που θα μας πάρει όλους η μπάλα, όχι μόνο τις ευπαθείς ομάδες, τότε πού είναι ο κύριος Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη; Τι θα κάνει τότε; Τον ενδιαφέρουν αυτά; Τα γνωρίζει-προβλέπει; Ή είναι ο κορωναϊός το μόνο μας πρόβλημα, η μόνη απειλή; Από την πείνα ή την αδυναμία αγοράς φαρμάκων και θεραπειών, δεν (θα) πεθαίνουν άνθρωποι; Συμπολίτες μας; Πολλοί περισσότεροι από ότι από κορωναϊό;

   Λυπάμαι πολύ, αλλά δυστυχώς αδυνατώ να αποδώσω εύσημα στους επικεφαλής τόσο της επιστημονικής ομάδας, όσο και της πολιτικής ηγεσίας. Μπορεί να κάνω και λάθος, εδώ θα είμαστε και θα δούμε. Αλλά αυτή τη στιγμή, από όπου και να το πιάσω, είτε δεχόμενος ότι ο κορωναϊός είναι μία μεγάλη απειλή, είτε ότι είναι απλά μία φούσκα, βλέπω τρανταχτά λάθη και παραλείψεις. Και δεν μπορώ να δεχτώ ότι οι έμπειροι ειδικοί δεν βλέπουν αυτά που βλέπει ένας 25χρονος χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις επί ενός τέτοιου θέματος. Βρίσκω συχνά τον εαυτό μου να αναρωτιέται τι συμβαίνει τελικά, είναι οι "ειδικοί" υπεύθυνοι ανόητοι σε βαθμό που δεν καταλαβαίνουν βασικά πράγματα ή ύπουλοι σε βαθμό που κάνουν ό,τι κάνουν επίτηδες; Νιώθω απόγνωση με το πρώτο, οργή με το δεύτερο, και μία γενική, τεράστια, πρωτόγνωρη για μένα επιθυμία να είμαι τελικά ο τόσο λάθος εγώ.

                                                           Homo Cogitans

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

9ο Άρθρο: 91-DIVOC

   Επανέρχομαι μετά από πολύ καιρό εδώ, στο παλιό μου "σπίτι", για να θίξω το φλέγον θέμα των ημερών μας, εκείνο του κορωνα-ιού. Αποφάσισα να γίνω κι εγώ τελικά ένα με τη μάζα (πράγμα που αποστρέφομαι) και να συμμετάσχω κι εγώ σε όλο αυτό το "γαϊτανάκι", επειδή θεωρώ ότι είναι σημαντικό πάντα να ακούγονται και οι 2 πλευρές. Και καθώς, εδώ και ένα μήνα, βομβαρδιζόμαστε με πληροφορίες για το πόσο επικίνδυνος είναι αυτός ο ιός, πόσο θανατηφόρος, πόσο αναγκαίο να παρθούν μέτρα για τον περιορισμό του, νιώθω ότι είναι χρήσιμο (όπως και σε κάθε περίπτωση) να υπάρχει κι ένας αντίλογος σε αυτό, ανεξάρτητα από το κατά πόσο είναι βάσιμος (που προσωπικά θεωρώ ότι είναι αρκετά). Καθώς λοιπόν θα πάω τόσο κόντρα στο ρέμα, θα δομήσω το παρόν κείμενο πάνω σε κάποιες διευκρινίσεις, για να περιορίσω, όσο το δυνατόν, πατήματα που μπορεί να βρουν κάποιοι για να με πουν παράλογο ή τρελό. Κάτι βέβαια που μπορεί να γίνει έτσι κι αλλιώς. Και δεν με πειράζει και τόσο, για να πω την αλήθεια. Το μόνο που θα ζητήσω, είναι προτού κάποιος βγάλει αυτό, ή όποιο άλλο πόρισμα, να διαβάσει όλο το κείμενο, ειδάλλως ας σταματήσει εδώ.

   Ας ξεκινήσουμε από την πρώτη διευκρίνιση. Είμαι σίγουρος ότι μία βασική ένσταση όσων διαβάσουν αυτό το κείμενο-αντίλογο θα είναι "δεν ξέρουν δηλαδή οι επιστήμονες γιατροί-βιολόγοι και ξέρει ένας ψυχολόγος"; Θα απαντούσα σε αυτό με μία δική μου ερώτηση. Οι επιστήμονες-"ειδικοί", τόσο καιρό (περίπου 4 μήνες που υφίσταται αυτός ο ιός), τι έχουν κάνει; Έχουν βρει κάποιο εμβόλιο, κάποια αποτελεσματική θεραπεία, κάποιο τρόπο περιορισμού του πέραν από τον ακραίο του κατ' οίκον περιορισμού όλων των ανθρώπων του πλανήτη; Γιατί αυτή τη λύση τη βρίσκει και ένα παιδί δημοτικού. Επίσης, όταν άρχιζε στην Κίνα και επικρατούσε όλος αυτός ο χαμός, τι κάνανε στον υπόλοιπο κόσμο οι "ειδικοί"; Πήραν κάποια μέτρα; Βρέθηκε έστω ένας "ειδικός", θες διορατικός, θες απαισιόδοξος, να πει και στους άλλους "παιδιά αν δεν προσέξουμε η κατάσταση σύντομα θα εκτροχιαστεί;" Προφανώς όχι. Ούτε καν αυτό. Δεν προσπαθώ με όλα αυτά να αποδομήσω τις γνώσεις των "ειδικών". Προσπαθώ να πω ότι, στην καλύτερη περίπτωση, είναι κι αυτοί άνθρωποι και όσα κι αν γνωρίζουν, πάντα υπάρχει το περιθώριο μιας λάθος εκτίμησης. Οπότε ας μην μου απαντήσει κάποιος ότι "για να λένε οι ειδικοί όσα λένε κάτι ξέρουν" κλπ. Σίγουρα κάτι ξέρουν, αλλά αλάνθαστοι δεν είναι, οπότε, μέχρι να δείξει ο χρόνος τι είναι σωστό και τι λάθος, εγώ μπορώ να διαφωνώ.

   Δεύτερη διευκρίνιση. Αφορά αυτό που είπα πριν, το "στην καλύτερη περίπτωση". Οι "ειδικοί" να έκαναν κάποια λάθος εκτίμηση. Λέω "στην καλύτερη περίπτωση", γιατί υπάρχει προφανώς στο μυαλό μου και κάποια άλλη, χειρότερη. Γενικά είναι στην νοοτροπία μου να μην εμπιστεύομαι κανέναν και τίποτα, αν δεν κάνει "κλικ" στη δική μου λογική. Γιατί πολύ απλά ξέρω ότι ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο συμφέροντα. Άλλα που γνωρίζουμε, άλλα που υποψιαζόμαστε και άλλα που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε. Επομένως, μέχρι να κάτσει κάτι καλά στη λογική μου, δεν το πιστεύω (και μεταξύ μας, ούτε και μετά θα έπρεπε 100%). Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, πολλά δεν κάθονται καλά. Κάποια τα είπα πριν και κάποια θα τα αναφέρω στη συνέχεια. Επομένως το μυαλό μου πάει στα συμφέροντα που μπορεί να κρύβονται από πίσω. Και μπορώ να σκεφτώ πολλά, η αλήθεια είναι. Το πρώτο είναι και το πιο προφανές, τα οικονομικά συμφέροντα. Τα συστήματα υγείας με πρώτες και καλύτερες τις φαρμακοβιομηχανίες, θησαυρίζουν προφανώς από μία τέτοια κατάσταση. Πολλή δουλειά και κατανάλωση σχετικών προϊόντων. Τα δεύτερα συμφέροντα που μπορώ να σκεφτώ είναι τα πολιτικά. Τα πολιτικά συστήματα μπορούν αφενός να καθηλώσουν τους ανθρώπους, να τους απομονώσουν και να τους σπείρουν το φόβο, καθιστώντας τους άκρως χειραγωγήσιμους. Και αφετέρου, όταν λήξει όλο αυτό, να περηφανεύονται (στις περισσότερες περιπτώσεις) για το πόσο αποτελεσματικά αντιμετώπισαν την κατάσταση, σαν να πρόκειται για απειλή από το διάστημα. Ίσως να ισχύουν και τα δύο, ίσως το ένα, ίσως τελείως άλλα, ίσως να μην ισχύει και τίποτα. Πάντως εμένα η αντίληψή μου είναι ότι υπάρχουν συμφέροντα από πίσω. Και αυτό το ενισχύει ακόμα περισσότερο μία φωτογραφία από ένα απόσπασμα σε ένα βιβλίο που πήρε το μάτι μου, όπου προβλέπει ότι το 2020 στην πόλη Wuhan της Κίνας θα εξαπολυθεί ένα βιολογικό όπλο κατά της ανθρωπότητας. Βέβαια αυτή τη φωτογραφία την είδα στο ίντερνετ, οπότε η εγκυρότητά του είναι αμφίβολη, το αναφέρω πάντως κι όποιος θέλει ας το ψάξει.

   Έχοντας κάνει λοιπόν δύο απαραίτητες διευκρινίσεις, ας μπω και στο "ψητό". Τι είναι τελικά αυτός ο ιός. Η πληροφορία που μας προσφέρουν απλόχερα, ξανά και ξανά, είναι το πόσο εύκολα μεταδίδεται και πόσο επίφοβο είναι, αν δεν πάρουμε μέτρα, να "γίνουμε Ιταλία", όπου νόσησαν χιλιάδες άνθρωποι. Σίγουρα η έντονη μεταδοτικότητά του είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό, το οποίο δεν αμφισβητώ. Ας πάμε όμως και πέρα από κει. Ας πούμε ότι πέφτουμε θύμα αυτής της μεταδοτικότητας, ρε αδερφέ, και κολλάμε. Μετά, τι γίνεται; Αν κάποιος ψάξει για αυτόν ψύχραιμα, θα δει τα εξής. Ότι στο 97%, περίπου, των περιπτώσεων, εμφανίζει είτε καθόλου συμπτώματα, είτε συμπτώματα ενός συνηθισμένου κρυώματος-βήχα, πυρετό, καταρροή κλπ. Και ότι στο 3%, περίπου, ΣΕ ΕΥΠΑΘΕΙΣ ΟΜΑΔΕΣ, ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ Ή ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΕ ΣΟΒΑΡΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑΣ, μπορεί να επιφέρει το θάνατο. Και αναρωτιέμαι. Είναι τελικά τόσο τρομερό; Μία ασθένεια με θνησιμότητα 3% και που το υπόλοιπο 97% την περνάει, στη χειρότερη περίπτωση, σαν ένα κρύωμα, χωρίς να του αφήνει και κάποιο κουσούρι;

   Η προσωπική μου απάντηση στην παραπάνω ερώτηση είναι σαφέστατα όχι. Ίσως κάποιος μου ανταπαντήσει βέβαια "οκ ρε φίλε μπορεί μόνο το 3% να πεθαίνει και οι υπόλοιποι να μην παθαίνουμε τίποτα, γιατί όμως να πεθάνει και αυτό το 3%;". Θα αρκεστώ, προς το παρόν, να πω ότι κανένας δεν θέλω προφανώς να πεθάνει, και θα απαντήσω τα υπόλοιπα παρακάτω. Προς το παρόν, θα ήθελα να επισημάνω κάτι άλλο. Να εξηγήσω το γιατί έχει προκληθεί όλος αυτός ο πανικός, για κάτι που ειλικρινά δεν νομίζω ότι είναι τρομερό. Την εξήγηση που θα έδινα στα αγγλικά θα την ονόμαζα "information flooding". Ελληνιστί, υπερχείλιση πληροφοριών. Ας παρατηρήσει κάποιος την καθημερινότητά του το τελευταίο διάστημα. Καταρχήν, στην περίπτωση των περισσότερων-ποια καθημερινότητα; Σχεδόν όλες οι καθημερινές δραστηριότητες έχουν πάει περίπατο. Δεν έχουμε δουλειές, σχολές, δεν μπορούμε να πάμε για μία βόλτα, ένα καφέ, ένα ποτό. Η καθημερινότητα έχει αλλάξει άρδην. Και εμάς και των γύρω μας. Επίσης, όλοι, παντού, συζητάνε για αυτό. Στα Μέσα Μαζικής "Ενημέρωσης", δεν ακούς τίποτα άλλο. Από γνωστούς δεν ακούς τίποτα άλλο. Στα μέσα "κοινωνικής δικτύωσης" δεν βλέπεις κάτι άλλο. Τέλος, όπως προανέφερα, μαθαίνεις συνεχώς ότι ο ιός εξαπλώνεται σε όλο και περισσότερους ανθρώπους. Όταν ο ιός εξαπλώνεται, η λειτουργικότητά σου περιορίζεται και το ακούς αυτό ξανά και ξανά από όλους και παντού, τρομάζεις, παραλύεις και χάνεις την ουσία-ότι στο ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΕΠΤΑ ΤΟΙΣ ΕΚΑΤΟ των περιπτώσεων, ο ιός προκαλεί μία σύντομη αδιαθεσία χωρίς να αφήνει κανένα κουσούρι.




   Ας προχωρήσω λοιπόν στο να απαντήσω και για αυτό το 3% που τελικά δεν θα περάσει ήπια τον ιό αλλά θα πληρώσει με το ύψιστο τίμημα, τη ζωή του. Σίγουρα το να πεθαίνει κάποιος δεν είναι κάτι καλό, ούτε για τον ίδιο, ούτε για τους οικείους του και είναι σημαντικότατο να καταβάλλονται προσπάθειες ώστε αυτό να αποφευχθεί. Αλλά. Αλλά, ακόμα και αν δεχτούμε το θάνατο ως μία ανυπολόγιστη συμφορά, μήπως και πάλι πρέπει να κοιτάξουμε και αλλού, πέρα από τον κορωναϊό; Στον παραπάνω πίνακα, φαίνονται οι ΗΜΕΡΗΣΙΕΣ ΑΙΤΙΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ, για την 9η Μαρτίου 2020. Όπως λοιπόν μπορεί να διαπιστώσει κανείς, ο κορωναϊός είναι στην 17η θέση. Όχι πρώτη, όχι δεύτερη, όχι τρίτη. ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ. Νοιάζεται κανείς, φοβάται, παίρνει μέτρα, προσπαθεί να βοηθήσει τους γύρω του για κάποια από τις 16 που είναι παραπάνω; Όχι. Στην καλύτερη να κάνει κάποιο εμβόλιο για όσες από αυτές υπάρχει. Κι ούτε καν αυτό δεν το κάνουν όλοι. Να πάρουν κάποιο άλλο μέτρο ή να βοηθήσουν τους υπόλοιπους; Ούτε λόγος. #informationflooding

   Πάμε και στη δεύτερη διάσταση αυτού του 3%. Στην οποία θέλω να δώσετε πολλή βάση γιατί είναι κάπως παρεξηγήσιμη. Αυτό το 3% που πεθαίνει, είναι άνθρωποι μεγάλης ηλικίας ή/και με σοβαρά προβλήματα υγείας. Μπορεί να ακουστεί πεζό, αλλά για τους περισσότερους ανθρώπους αυτών των κατηγοριών ο εναπομείνας χρόνος ζωής τους ήταν περιορισμένος, έτσι κι αλλιώς, με κορωναϊό ή χωρίς. Όταν ΠΕΘΑΙΝΕΙ κάποιος από έναν ιό που στο 97% προκαλεί συμπτώματα ενός κοινού κρυώματος, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο ευάλωτος είναι ο οργανισμός του. Φυσικά υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις, αλλά ως επί το πλείστον, έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν λέω βέβαια ότι δεν πειράζει και να πεθάνουν αυτοί. Εννοείται ότι πειράζει και πρέπει να προσπαθήσουμε να αποφευχθεί. Αλλά. Αλλά και πάλι. Αλλά ζούμε σε έναν κόσμο που πεθαίνουν ΥΓΙΗ ΠΑΙΔΙΑ επειδή δεν έχουν να φάνε και τα στοιχειώδη εμβόλια. Καλώς ή κακώς, αναγκαστικά, επειδή ελάχιστα είναι στο χέρι μας να αλλάξει, έχουμε μάθει να το αποδεχόμαστε, να ζούμε με αυτό και να το θεωρούμε κάτι φυσιολογικό. Επίσης, στη χώρα μας, συγκεκριμένα, χάνονται κάθε χρόνο εκατοντάδες νέοι άνθρωποι από τα τροχαία. Αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη αιτία θνησιμότητας. Επίσης το αποδεχόμαστε και δεν κάνουμε κάτι για αυτό. Μου φαίνεται λοιπόν τουλάχιστον υποκρισία, για να μην πω και ανείπωτη βλακεία, να τραγικοποιούμε έναν ιό που σκοτώνει γέρους και σοβαρά αρρώστους. Η ίδια κυβέρνηση που νοιάζονται σήμερα για τους γέρους, τους κόβανε χθες (και αύριο, πιθανότατα) τις συντάξεις και οι ίδιοι πολίτες που νοιάζονται σήμερα για τους σοβαρά άρρωστους παρκάρουν σε πάρκινγκ αναπήρων και μολύνουν την ατμόσφαιρα χρησιμοποιώντας μη φιλτραρισμένες εξατμίσεις και σπρέι κλπ. Προσωπικά όλα αυτά μου φαίνονται ένας συνδυασμός υποκρισίας και επίδρασης του information flooding γύρω από τον κορωναϊό.

   Νομίζω ότι, σε αυτό το σημείο, έχοντας δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις και έχοντας αφήσει, μάλλον, παρ' όλ' αυτά, αρκετά περιθώρια να με παρεξηγήσει κάποιος, ήρθε η ώρα να πω και τι προτείνω ουσιαστικά εγώ. Άλλωστε, το να διαφωνείς με κάτι χωρίς να έχεις κάτι να αντιπροτείνεις, είναι όχι απλά αντιπαραγωγικό, αλλά παντελώς ανόητο (ή κακόβουλο). Η προσωπική μου πρόταση λοιπόν, θα ήταν να συνεχιστεί η λειτουργία και η λειτουργικότητα της κοινωνίας, αντί να μπούμε σε πλήρη αδράνεια για 2 μήνες, με πολλές και διάφορες σοβαρές συνέπειες (θα αναφερθώ παρακάτω). Σίγουρα βέβαια με τη λήψη μέτρων προφύλαξης, όπως είναι η διατήρηση αποστάσεων, η απολύμανση των χεριών, η παραμονή στο σπίτι εφόσον κάποιος εμφανίζει συμπτώματα κλπ. Και παράλληλα, η καραντίνα στην οποία έχουμε μπει τώρα όλοι, να αφορά μόνο τις ευπαθείς ομάδες. Αν τώρα γίνεται αυτό για όλους, σίγουρα θα μπορούσε να γίνει για ένα μικρό μέρος του πληθυσμού. Ώστε να προφυλάσσονται αυτοί που το έχουν πραγματικά ανάγκη, που αν νοσήσουν θα κινδυνεύσουν να πεθάνουν, δεν θα εκδηλώσουν απλά κάποια συμπτώματα ενός κοινού κρυολογήματος. Ας μένανε αυτοί μακριά από τους υπόλοιπους ανθρώπους κι οι υπόλοιποι από κείνους. Οι υπόλοιποι ας παίρνανε κάποια μέτρα προφύλαξης, κανένας δεν θέλει να αρρωστήσει άλλωστε, ούτε καν με μια απλή ίωση, αλλά και να μην απέδιδαν δεν θα είχαμε κάποια τρομερή συνέπεια. Επομένως δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να παραλύσουν όλα. Προσωπική μου άποψη είναι ότι θα αρκούσε να έμεναν σε καραντίνα όσοι κινδυνεύουν (σίγουρα μπορεί κάποιος να εκθέσει πρακτικά προβλήματα ως προς αυτό αλλά όλα θα μπορούσαν να διευθετηθούν με καλή θέληση και σίγουρα θα ήταν πιο εύκολο από το να μπει ένα γενικό στοπ στα πάντα και τους πάντες) και οι υπόλοιποι να συνέχιζαν δραστηριότητές τους, παίρνοντας απλά μέτρα για να περιορίσουν τις πιθανότητες μετάδοσης του ιού.

   Ένα τελευταίο θέμα που θα ήθελα να θίξω, αφορά το μετά. Γιατί όλη αυτή η κατάσταση, αργά ή γρήγορα θα τελειώσει. Αλλά θα υπάρχει και μέλλον μετά από αυτό. Το έχει κανείς σκεφτεί άραγε, ή βλέπει μόνο το εδώ και τώρα, τον κίνδυνο να πεθάνει ο ίδιος και οι δικοί του, κι ας μην ανήκουν σε ευπαθή ομάδα; Αν όχι, σας παροτρύνω να το σκεφτείτε. Γιατί ο ιός πιθανότατα θα περιοριστεί και ακόμα και όσοι νοσήσουν θα γίνουν καλά, δεν θα μείνει κάποιο κατάλοιπο. Δεν θα μπορούμε, ωστόσο, το ίδιο να πούμε και για άλλους τομείς, φοβάμαι. Με πρώτη και καλύτερη την οικονομία, ειδικά αδύναμων χωρών, όπως η Ελλάδα. Για δύο μήνες, ένα τεράστιο μέρος συμπολιτών μας θα είναι σε απραξία και δεν θα έχουν εισόδημα. Ακόμη είναι σίγουρο, ότι, ακόμα και σε ένα μικρό βαθμό, θα απειληθεί ο τουρισμός, μία βασική πηγή εσόδων για την ελληνική οικονομία. Όλο αυτό θα δημιουργήσει σε πολλούς Έλληνες σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ίσως φέρει κι αρκετούς στα όρια της ανέχειας. Σοβαρά προβλήματα περιμένω να προκύψουν και στην οικονομία της Ελλάδας ως κράτος. Όταν παύονται φόροι, ασφαλιστικές εισφορές κλπ και πηγές άντλησης κερδών για την κρατική οικονομία και παράλληλα η κυβέρνηση δεσμεύεται να χορηγήσει επιδόματα σε όσους πλήγονται από αυτή την κατάσταση, αυτά πιστεύω θα είναι δυσβάσταχτα για την έτσι κι αλλιώς ασθενή ελληνική κρατική οικονομία. Δεν θα μου έκανε εντύπωση, για να πω την αλήθεια, ούτε και το να άκουγα για 4ο μνημόνιο σε μερικούς μήνες. Ακόμα, η σωματική υγεία μπορεί να διαφυλαχθεί. Η ψυχική όμως; Αυτή την ώρα που μιλάμε ακούω σενάρια για απαγόρευση κυκλοφορίας. Έχει κανείς επίγνωση τι συνεπάγεται αυτό; Πώς θα είναι οι άνθρωποι, ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, όχι ένα μέρος τους (-κατάδικοι) μετά από ένα δίμηνο εγκλεισμό; Νομίζω το περνάμε πολύ χαλαρό αυτό. Τέλος, τη στιγμή που όλος ο πλανήτης έχει στραμμένη την προσοχή του στον κορωναϊό, μπορεί να το εκμεταλλεύονται κάποιοι επιτήδειοι για να οργανώνουν διάφορα. Ίσως φαίνεται ότι κινδυνολογώ και καταστρώνω θεωρίες συνωμοσίας. Αυτό που ξέρω πάντως είναι ότι υπάρχουν απίστευτα συμφέροντα σε αυτόν τον πλανήτη που ζούμε. Κι αυτά δεν κάνουν παύση για κορωναϊούς κλπ. Πιθανότερα να εκμεταλλεύονται αυτή τη συγκυρία για να δρουν υπογείως. Μακάρι να βγω ψεύτης. Θα το μάθουμε σίγουρα σε βάθος χρόνου. Προσωπικά πάντως, πιστεύω ότι οι κίνδυνοι αυτής της κατάστασης μακροπρόθεσμα είναι πολύ μεγάλοι και αν επιβεβαιωθώ τότε δεν ξέρω αν τελικά θα μας φαίνεται καλή ιδέα όλο αυτό που συμβαίνει σήμερα, που θα έχει υποθηκευτεί το μέλλον πολλών ανθρώπων για να προφυλαχθούν άνθρωποι που έτσι κι αλλιώς μάλλον δεν θα είχαν πολύ χρόνο ζωής ακόμα, και θα μπορούσαν να έχουν προφυλαχθεί και μονάχα εκείνοι, αντί να σταματήσουν όλα για 2-3 και να ασχολούμαστε όλοι μόνο με τον κορωναϊό. Μακάρι να βγω ψεύτης, φαντασιόπληκτος, συνωμοσιολάγνος. Θεωρώ πάντως αυτή την κατάσταση πιο επικίνδυνη κι από το να μην λαμβανόταν κανένα μέτρο.

   Προτού κλείσω, θα ήθελα να κάνω μία τελευταία διευκρίνιση. Αφορά μία προσωπική εαυτο-αποκάλυψη. Δεν είμαι υποχρεωμένος να το κάνω, κι ούτε μου αρέσει γενικά να το κάνω στα κείμενά μου. Ωστόσο, αυτή τη φορά θα κάνω την εξαίρεση, καθώς πιστεύω ότι αρκετοί θα σκεφτούν "ναι οκ εσύ τώρα αγορεύεις εκ του ασφαλούς, δεν είσαι σε ευπαθή ομάδα ούτε εσύ ούτε πιθανότατα κάποιος δικός σου". Αφενός να πω ότι έχω αρκετούς ανθρώπους μου που είναι σε ευπαθείς ομάδες, άλλοι περισσότεροι, άλλοι λιγότερο. Φοβάμαι για αυτούς, αλλά στο μέτρο του λογικού. Πιστεύω άλλωστε ότι είναι πάνω από όλα δική τους ευθύνη να προφυλαχθούν. Γιατί και όλος ο πλανήτης αν νοσεί, αν κάτσει κάποιος που ανήκει σε ευπαθή ομάδα μέσα στο σπίτι του και ακόμα και αν χρειαστεί να δεχτεί κάποιον εκεί το κάνει παίρνοντας κι αυτός κι ο άλλος τις απαιτούμενες προφυλάξεις, μάλλον δεν θα πάθει τίποτα. Αφετέρου, να πω ότι κι εγώ ο ίδιος δεν είμαι τόσο καλυμμένος, όσο μπορεί να πιστεύετε. Σίγουρα δεν διατρέχω κάποιον τεράστιο κίνδυνο, δεδομένου ότι είμαι 25 και δεν έχω, δόξα τω Θεώ, κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. Όμως το αναπνευστικό μου σύστημα, που χτυπάει κατά βάση ο ιός, είναι αρκετά καταπονημένο, από διάφορες αιτίες. Το νιώθω κάποιες φορές και σκέφτομαι "ευτυχώς που δεν καπνίζω". Οπότε, δεν είμαι και 100% άνετος. Και να ήμουν όμως, προσπαθώ πάντα να μιλάω αντικειμενικά. Μόνο οι αδύναμοι άνθρωποι κοροϊδεύουν τον εαυτό τους. Μπορεί να κάνω λάθος, δεδομένου ότι δεν έχω εξειδικευμένες ιατρικές γνώσεις. Αλλά μιλάω αντικειμενικά και με γνώμονα το καλό των όσον δυνατόν περισσότερων ανθρώπων, μακροπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα. Και έχω και το θάρρος να το κάνω γραπτά και δημόσια, με τον κίνδυνο να εκτεθώ, αν κάνω λάθος, μιας και τα γραπτά μένουν. Και, ειλικρινά, προτιμώ 1000 φορές να εκτεθώ κάνοντας λάθος και να φανώ παράλογος, παρά να είναι παράλογο το 95% του πληθυσμού και να επιβεβαιωθούν και όσοι φόβοι εξέφρασα. Εύχομαι να λήξει σύντομα όλο αυτό και με τον πιο θετικό τρόπο για όλους.

                                                      Homo Cogitans

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

10ο Κοινωνιολογικό Δοκίμιο: Βασικές Αρχές Επικοινωνίας & Διαπραγμάτευσης

   Ο Όσκαρ Ουάιλντ είχε πει κάποτε: "Το να ζεις είναι το πιο σπάνιο πράγμα στον κόσμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι απλά υπάρχουν". Σήμερα λοιπόν, εγώ θα δανειστώ αυτά τα πολύ σωστά λόγια και θα τα παραφράσω λίγο: "Το να επικοινωνείς είναι το σπανιότερο πράμα στον κόσμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι απλά μιλάνε". Όσο περισσότερο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνομαι ότι το πρόβλημα επικοινωνίας που υπάρχει σήμερα, μεταξύ των ανθρώπων, και στο οποίο είχα κάνει μία αναφορά με το 2ο Κοινωνιολογικό μου δοκίμιο, πριν 5 χρόνια, είναι πολύ μεγάλο. Κρίνω λοιπόν αναγκαίο να επανέλθω σε αυτό και να το εμπλουτίσω, με κάποιες νέες ιδέες, προσπαθώντας όσο μπορώ από την πλευρά μου να γεφυρώσω αυτό το χάσμα.

   Το πρώτο πράγμα, στο οποίο θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ, είναι τι σημαίνει τελικά αυτή η μαγική λέξη, "επικοινωνία". Η επικοινωνία λοιπόν ορίζεται ως η διαδικασία ανταλλαγής μηνυμάτων, μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων, για τα οποία τα μηνύματα αυτά έχουν κάποιο νόημα. Αυτό, μόνο. Μπορεί σε κανέναν να μην κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτός ο ορισμός, μπορεί να είναι κάτι που τους φαίνεται εντελώς αυτονόητο. Στη θεωρία, γιατί στην πράξη, νομίζω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι το χάνουν μόλις από εδώ. Έχω την εντύπωση ότι η πλειονότητα των ανθρώπων, για να νοιώσει ικανοποιημένη από μία επικοινωνία με άλλους, καθώς κι ότι αυτή είχε νόημα, ότι πρέπει αυτή η επικοινωνία να καταλήξει κάπου. Σε μία συμφωνία, στο να πείσουν τον άλλο για την ορθότητα των επιχειρημάτων τους και να τους επηρεάσουν ώστε να δράσουν σύμφωνα με τη δική τους λογική. Για αυτό το λόγο, αν και ήθελα αρκετό καιρό τώρα να γράψω για αυτό το θέμα, ήθελα πρώτα να γράψω το 14ο Ψυχολογικό δοκίμιο. Στο κείμενο αυτό αναφέρω, μεταξύ άλλων, ότι είναι πολύ πιθανό οι άλλοι να έχουν μία διαφορετική κρίση από τη δική μας, είτε επειδή κάνουν λάθος, είτε επειδή πρόκειται για θέμα επί του οποίου υπάρχουν πολλά σωστά, κι αυτό μπορεί να μας οδηγήσει σε μία αποτυχία σε κάποιο στόχο μας που εξαρτάται από αυτούς(στη συγκεκριμένη περίπτωση στο να συμφωνήσουμε με/πείσουμε τους άλλους). Αλλά κι ότι, παρ'όλ'αυτά, αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι αυτό που είναι στο χέρι το δικό μας, να είμαστε σωστοί, να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Και, για να καταλήξω σε ένα πιο ξεκάθαρο και πιο γενικό συμπέρασμα, θα κάνω και μία δεύτερη αναφορά, αυτή τη φορά στο 1ο Συνδυαστικό δοκίμιο, όπου είχα αναφέρει το εξής: "Και τώρα, θέλω να εστιάσω σε κάτι εξαιρετικά σημαντικό, ίσως στο σημαντικότερο πράγμα που θα αναφέρω σήμερα, χωρίς το οποίο τίποτα από τα άλλα δεν θα έχει αξία. Η προσωπική κρίση του κάθε ανθρώπου είναι η πραγματικότητά του κι έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία για εκείνον. Αυτό είναι κάτι, που για κάποιον σχεδόν ανεξήγητο λόγο, οι άνθρωποι αδυνατούν να καταλάβουν. Ο κάθε άνθρωπος ζει σε μία πραγματικότητα δική του, εξαρτώμενη από την αντίληψή του, και ζει σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει". Υπάρχει μία μεγάλη ποικιλία διαφορετικών απόψεων, στα περισσότερα θέματα, και για τον κάθε άνθρωπο η άποψή του είναι κι η αλήθεια του κι ο τρόπος ζωής του. Αν δεν είναι ακόμα εμφανές λοιπόν, ας πω και ξεκάθαρα ότι είναι λάθος και μάταιο να επικοινωνούμε με στόχο να πείσουμε τους άλλους(χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν θα εκφράσουμε τις τυχόν διαφωνίες μας) και να καταλήξουμε σε μία συμφωνία. Όχι πώς αποκλείεται να συμβεί αυτό, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο, δεδομένου ότι ο κάθε άνθρωπος έχει την άποψή του, η οποία έχει αξία για αυτόν, και συνεπώς είναι δύσκολο να του την αλλάξουμε. Και εν πάση περιπτώσει, δεν είναι σίγουρα κάτι που εξαρτάται 100% από μας. Το σημαντικό είναι λοιπόν κι εδώ να κάνουμε το καλύτερο που περνάει από το χέρι μας. Κι αυτό το καλύτερο δεν είναι κάτι άλλο από το να προσπαθούμε, όσο μπορούμε από την πλευρά μας, να επικοινωνούμε τελικά σωστά, ώστε με το τέλος της επικοινωνίας να υπάρχει κάποιο νόημα, ακόμα κι αν δεν είναι αυτό που θέλουμε.

   Ποια είναι λοιπόν αυτή η "σωστή επικοινωνία"; Μα φυσικά, αυτή που δέχεται τον κανόνα της διαφορετικότητας των απόψεων. Πιο συγκεκριμένα, δηλαδή, η σωστή επικοινωνία διαθέτει δύο κυρίως χαρακτηριστικά. Το πρώτο, είναι ο σεβασμός αυτής της διαφορετικότητας. Από τη στιγμή που μπαίνουμε στη διαδικασία να συζητήσουμε με κάποιον, τότε πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο να διαφωνήσουμε, λιγότερο ή περισσότερο. Σε περίπτωση που συμβαίνει κάτι τέτοιο, ακόμα κι αν θεωρούμε ότι οι απόψεις του συνομιλητή μας είναι τελείως ανόητες, ή ότι υφιστάμεθα μία κατάφωρη αδικία από αυτόν, πρέπει να διατηρούμε τον τόνο της φωνής μας σε ένα πολιτισμένο επίπεδο και να αποφεύγουμε τους χαρακτηρισμούς, ακόμα κι αν εκείνος δεν το κάνει. Πιθανότατα θα το εκτιμήσει και, αντιλαμβανόμενος ότι τον σεβόμαστε και δεν προσπαθούμε να τον χειραγωγήσουμε, θα δώσει κι αυτός με τη σειρά του περισσότερη αξία στην επικοινωνία και τη δική μας άποψη. Ακόμα όμως κι αν δεν το κάνει, και πάλι έχουμε ένα κέρδος. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τι θα γίνει αν δεν το τηρήσουμε αυτό. Αν αρχίσουμε να φωνάζουμε και να εκτοξεύουμε χαρακτηρισμούς, ο συνομιλητής μας λογικά θα κάνει το ίδιο και το μόνο που θα καταφέρουμε θα είναι να τσακωθούμε, αποτυγχάνοντας τελικά να επικοινωνήσουμε. Το δεύτερο χαρακτηριστικό της σωστής επικοινωνίας είναι η πλήρης έκθεση των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Για να είναι δηλαδή μία επικοινωνία επιτυχημένη, πρέπει η κάθε πλευρά να πει όλα όσα θέλει, επί του θέματος. Αυτό προϋποθέτει βέβαια και κάποιες δεξιότητες, για τις οποίες θα μιλήσω στη συνέχεια. Αφού γίνει αυτό και μόνο, μπορούμε μετά να συνεργαστούμε στο να εξετάσουμε αυτές τις θέσεις από κοινού, να διαπραγματευτούμε πάνω σε αυτές, να τις συνδυάσουμε και να φτάσουμε σε ένα συμπέρασμα, το οποίο βέβαια μπορεί επίσης να είναι διαφορετικό για κάθε πλευρά. Ακόμη κι έτσι όμως, το συμπέρασμα αυτό θα έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να είναι σωστό(κατά την κρίση της κάθε πλευράς), από τη στιγμή που θα έχει προκύψει από όλα τα δεδομένα της κατάστασης. Αν δεν είναι όλα τα δεδομένα γνωστά, τότε είναι πολύ πιθανό το συμπέρασμα που θα βγάλουμε να είναι λάθος. Σε περίπτωση που σε μία επικοινωνία διατηρούνται χαμηλοί τόνοι και είναι "όλα τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι", τότε είναι σωστή γιατί μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα, πράγμα που είναι και το σημαντικότερο, ακόμα κι αν αυτά διαφέρουν για κάθε πλευρά.

   Πέρα από αυτά, υπάρχουν και κάποια ακόμη πράγματα που πρέπει να κάνει κάποιος, προκειμένου να επικοινωνεί σωστά και εποικοδομητικά, και τα οποία φυσικά σχετίζονται με τη διασφάλιση των δύο παραπάνω στόχων. Το πρώτο είναι να έχει ξεκαθαρίσει στο δικό του κεφάλι, πρώτα απ' όλα, τι πιστεύει και γιατί. Αν κάποιος δεν το έχει κάνει αυτό πριν μπει σε μία συζήτηση, και ψάχνεται εκείνη τη στιγμή, τότε το πιθανότερο είναι η συζήτηση αυτή να αποδειχθεί ατελέσφορη, αφού θα μπερδέψει τελικά το συνομιλητή του, και ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Από κει και πέρα, θα πρέπει ακόμη να κάτσει να σκεφτεί πάνω στο θέμα αυτό, προκειμένου να είναι σε ένα καλό επίπεδο, όταν χρειαστεί να το συζητήσει. Αν τα επιχειρήματά του είναι σαθρά, ή ακόμη και απλοϊκά, τότε δεν θα βοηθήσει τη συζήτηση να εξελιχθεί κι είναι ακόμη πιθανό οι συνομιλητές του να μην τον πάρουν σοβαρά και έτσι είτε να μην μπουν στη διαδικασία να σκεφτούν όσα λέει είτε ακόμη και να τον προσβάλλουν. Τα επόμενα πράγματα που πρέπει να κάνει κάποιος αφορούν αυτά που ανέφερα και πιο πάνω, αυτά που προάγουν την πλήρη έκθεση των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Δύο είναι τα χαρακτηριστικά που το κάνουν αυτό, και συνεπώς είναι καλό να τα δουλέψουμε, όσο μπορούμε. Το ένα είναι η οργανωμένη σκέψη, ώστε να ξέρεις τι θες να πεις και με ποια σειρά, παρακολουθώντας παράλληλα και το συνομιλητή σου, και το δεύτερο είναι η καλή μνήμη, ώστε να θυμάσαι τι θες να πεις και τι λέει κι ο άλλος. Ειδικά η μνήμη είναι πολύ σημαντική, όταν ο συνομιλητής σου είναι ένα άτομο που δεν έχει το πρώτο χαρακτηριστικό, την οργανωμένη σκέψη, και έτσι θα πετιέται από το ένα θέμα στο άλλο και θα πρέπει εσύ να τον ακολουθήσεις. Επομένως, είναι χρήσιμο να καλλιεργήσει κανείς αυτά τα δύο χαρακτηριστικά(πράγμα που όπως έχω ξαναπεί είναι κυρίως θέμα προσπάθειας) ώστε να είναι σε θέση να κάνει υψηλότερου επιπέδου συζητήσεις. Last but not least(=τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό), είναι να καλλιεργήσει μία ικανότητα που είναι θεωρητικά κυρίως προνόμιο των ψυχολόγων. Η ικανότητα αυτή είναι να βλέπει πίσω από το προφανές. Πολύ συχνά οι άνθρωποι δεν εκφράζουν αυτό ακριβώς που νοιώθουν και σκέφτονται. Είτε επειδή φοβούνται, είτε επειδή θέλουν σκόπιμα να παραπλανήσουν, είτε γιατί ακόμα κι αυτοί οι ίδιοι δεν το έχουν συνειδητοποιήσει. Η ικανότητα αυτή λοιπόν βοηθάει σημαντικά να πάρουμε όλα τα δεδομένα, και τα σωστά δεδομένα, από τον συνομιλητή μας, προκειμένου να μη συζητάμε άδικα πάνω σε πράγματα που τελικά δεν ισχύουν και να φτάσουμε σε ένα σωστότερο και πληρέστερο συμπέρασμα.

   Παράλληλα με όλα αυτά, υπάρχουν και τα πράγματα εκείνα που δεν πρέπει να κάνουμε, ούτως ώστε να επικοινωνούμε σωστά. Το πρώτο είναι αυτό, στο οποίο είχα αναφερθεί και στο παρελθόν, με το 2ο Κοινωνιολογικό δοκίμιο. Δεν πρέπει να νοιαζόμαστε μονάχα να πούμε αυτά που θέλουμε, θέλοντας να πείσουμε τον συνομιλητή μας και χωρίς να ακούμε καν αυτό που μας λέει εκείνος. Είναι ένα πολύ συχνό λάθος που κάνουν οι άνθρωποι στις μέρες μας. Μιλάνε, χωρίς να ακούνε. Αν το κάνεις αυτό όμως, όπως προκύπτει εύκολα, τότε δεν θα λάβεις τα δεδομένα που εκθέτει ο άλλος κι έτσι θα αποτύχεις να κάνεις αυτό που προανέφερα, να διαμορφώσεις πλήρη κρίση και να βγάλεις ασφαλή συμπεράσματα, αντίθετα, μάλλον ο διάλογος θα καταλήξει λογομαχία. Το δεύτερο που δεν πρέπει να κάνουμε το ανέφερα επίσης σε εκείνο το δοκίμιο, μα πάνω απ΄όλα στον πρόλογο, το πρώτο κείμενο που έγραψα σε αυτό το blog. Δεν πρέπει να θεωρούμε την άποψή μας 100% σωστή, σωστή δίχως κανένα περιθώριο λάθους. Αν το κάνουμε αυτό, αφενός στρέφουμε τους συνομιλητές μας εναντίον μας, δίνοντάς τους την (σωστή) εντύπωση ότι μιλάνε σε έναν τοίχο, που ό,τι κι αν του πεις δεν πρόκειται να μετακινηθεί ούτε χιλιοστό, κι αφετέρου περιορίζουμε ξανά την κρίση μας. Μένουμε στο σημείο που είμαστε και δεν εμπλουτίζουμε τις ιδέες μας στο ελάχιστο. Γιατί, όπως λέει και ο Ραλφ Βάλντο Έμερσον, "Κάθε άνθρωπος που συναντάω είναι σε κάτι ανώτερος από μένα. Έτσι μαθαίνω από αυτόν!". Κι ο πιο ανόητος κι ανίδεος άνθρωπος κάτι έχει να μας δώσει, αν τον ακούσουμε προσεκτικά και με ανοιχτό μυαλό.

   Ένα ακόμη σημείο που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, αφορά την επίγνωση και των σεβασμό των ευαίσθητων σημείων για το άτομο με το οποίο συζητάμε. Όλοι μας έχουμε κάποια πράγματα που μας θυμώνουν ή/και μας στενοχωρούν. Αν λοιπόν θίξουμε ένα τέτοιο σημείο του συνομιλητή μας, τότε πιθανότατα θα του δημιουργήσουμε κάποια συναισθηματική φόρτιση, κάτι που αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για τη διενέργεια μίας εποικοδομητικής επικοινωνίας. Γενικά, τα συναισθήματα είναι ένα συστατικό που πρέπει, όσο μπορούμε, να το κρατάμε εκτός των επικοινωνιών μας. Αυτό, για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή θολώνει την κρίση μας και εμποδίζει έτσι τον ένα σημαντικό στόχο της επικοινωνίας, την εξαγωγή σωστών(για κάθε πλευρά) συμπερασμάτων. Και, δεύτερον, επειδή είναι κάτι τελείως ατομικό κι υποκειμενικό. Είπα στην αρχή ότι κάθε άποψη είναι υποκειμενική και είναι πιθανό ο ένας να μη δέχεται την άποψη του άλλου. Αλλά ακόμα κι αν τη θεωρεί λάθος, μπορεί να την υποδεχθεί μέσα στο μυαλό του και να την κατανοήσει, σαν ιδέα. Με το συναίσθημα δεν ισχύει το ίδιο. Το συναίσθημα είναι κάτι πολύ πιο ποικιλόμορφο από μία απλή άποψη. Αυτό συμβαίνει γιατί είναι δύσκολο να νοιώσεις όπως κάποιος αν δεν βρίσκεσαι στη θέση του, μα κυρίως, επειδή ακόμα και τότε, είναι δύσκολο να νοιώσεις το ίδιο. Ο κάθε άνθρωπος αγαπάει, θυμώνει, στενοχωριέται με διαφορετικό τρόπο. Εντάσσοντας λοιπόν το συναίσθημα σε μία επικοινωνία, μεγαλώνεις ακόμα περισσότερο το χάσμα με τους συνομιλητές σου, που θα δυσκολευτούν να σε νοιώσουν, πολύ περισσότερο από ότι θα δυσκολευτούν να σε καταλάβουν. Τέλος, κάτι που δεν πρέπει να κάνουμε, για να διατηρούμε την ποιότητα των επικοινωνιών μας, είναι να μην αλλάζουμε θέμα προτού έχει κλείσει το τρέχον. Άλλοι άνθρωποι το κάνουν λόγω βιασύνης, άλλοι επίτηδες, για να αποφύγουν κάτι που δεν τους συμφέρει. Εφόσον όμως ένα θέμα δεν έχει κλείσει, τότε αυτό που έθεσα πριν ως απαραίτητη προϋπόθεση της σωστής επικοινωνίας, η πλήρης έκθεση των θέσεων δεν θα έχει επιτευχθεί. Είναι λοιπόν εμφανές, νομίζω, για ποιο λόγο δεν πρέπει να γίνεται αυτό.

   Στο 14ο ψυχολογικό δοκίμιο, εκτός από το βασικό θέμα, την "άμυνα της καθαρής συνείδησης", είχα μιλήσει και για κάποιους περιορισμούς στη χρήση της. Οι περιορισμοί αυτοί έχουν εφαρμογή κι εδώ, αφού ό,τι λέω βασίζεται επίσης σε αυτές τις αρχές. Πιο συγκεκριμένα όμως, θα ήθελα να επαναλάβω κάτι. Πρέπει να αποδεχτούμε ότι κάποια πράγματα δεν εξαρτώνται από εμάς, όπως είναι να πείσουμε τους άλλους και να καταλήξουμε σε κοινά συμπεράσματα. Οπότε, αφού δεν εξαρτώνται από εμάς, δεν έχει νόημα να θέτουμε αυτά ως στόχους μας. Στόχοι μας πρέπει να είναι πράγματα που εξαρτώνται από εμάς. Όσον αφορά λοιπόν την επικοινωνία, ως στόχους σχετικά με αυτή όρισα το να διατηρούνται χαμηλοί τόνοι και να εκφράζονται όλα τα επιχειρήματα κι όλες οι αλήθειες κάθε πλευράς. Εφόσον γίνεται αυτό, τότε πρέπει να πάρουμε όλα τα δεδομένα και να τα επεξεργαστούμε, ώστε να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Και το να γίνεται η επικοινωνία σωστά(έστω από τη δική μας πλευρά), και το να επεξεργαστούμε σωστά τα δεδομένα, είναι δύο πράγματα πολύ σημαντικά, που είναι στο χέρι μας. Ας είναι λοιπόν οι στόχοι μας αυτοί.

                                                      Homo Cogitans

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

14ο Ψυχολογικό Δοκίμιο: Η άμυνα της καθαρής συνείδησης

   Ένα "φιλοσοφικό" ερώτημα που με απασχόλησε σημαντικά τους τελευταίους μήνες αφορά την απόδοση αιτιών για κάτι αρνητικό που μας συμβαίνει. Πιο συγκεκριμένα, τι είναι τελικά καλύτερο, όταν μας έχει συμβεί κάτι κακό; Να θεωρούμε ότι εμείς δεν ευθυνόμαστε, και τα έχουμε κάνει όλα σωστά; Που από τη μία μας κάνει να νοιώθουμε καλά με τον εαυτό μας, αλλά από την άλλη αδύναμοι, ανίκανοι να καθορίσουμε αποτελεσματικά τη μοίρα μας; Ή να ξέρουμε ότι σε έναν σημαντικό βαθμό ευθυνόμαστε εμείς για το κακό που μας βρήκε, έχοντας χειριστεί κάποια πράγματα λάθος; Που μας κάνει να νοιώθουμε τύψεις, απέναντι στον εαυτό μας, ή και σε άλλους, αλλά να ξέρουμε κατά βάθος ότι, όπως κάναμε κάτι λάθος και είχαμε ένα αρνητικό αποτέλεσμα, έτσι μπορούμε, κάνοντας κάτι σωστό, να πετύχουμε αυτό που επιζητάμε; Η διερεύνηση αυτού του διλήμματος με οδήγησε στην ανακάλυψη μίας τεχνικής, την οποία ονομάζω ως "άμυνα της καθαρής συνείδησης".

    Όπως θα ξέρουν όσοι γνωρίζουν από ψυχολογία, άμυνες ορίζονται κάποιοι μηχανισμοί που χρησιμοποιούμε εμείς οι άνθρωποι ώστε να μειώσουμε το στρες που νοιώθουμε από διάφορες αρνητικές σκέψεις-καταστάσεις, διατηρώντας έτσι την "ψυχική μας ομοιόσταση". Ο Vaillant τις χώρισε σε τέσσερις κατηγορίες, α)τις παθολογικές, β)τις ανώριμες, γ)τις νευρωτικές και δ)τις ώριμες, ανάλογα με το ψυχαναλυτικό αναπτυξιακό στάδιο, ή, με πιο απλά λόγια, το επίπεδο ωριμότητας που χαρακτηρίζει τις τεχνικές που τείνει να χρησιμοποιεί ένα άτομο(λέω τείνει γιατί σπάνια εώς ποτέ δεν χρησιμοποιεί κάποιος μόνο μίας κατηγορίας αμυντικούς μηχανισμούς, συνήθως υπάρχει ένας συνδυασμός). Ένα ακόμα στοιχείο διαφοροποίησης αφορά και το επίπεδο συνειδητότητας που συνοδεύει τις άμυνες αυτές, κατά πόσο δηλαδή το άτομο αντιλαμβάνεται ότι τις χρησιμοποιεί. Οι μόνη κατηγορία που ενέχει ένα σημαντικό επίπεδο συνειδητότητας, και πάλι όχι σε απόλυτο βαθμό, είναι οι ώριμες άμυνες. Ένα κλασικό παράδειγμα τέτοιας άμυνας είναι το χιούμορ. Κάποιος κάνει πλάκα, διακωμωδεί καταστάσεις που τον κάνουν να νοιώθει άσχημα, προκειμένου να αισθανθεί καλύτερα. Αυτό γίνεται συνήθως συνειδητά. Η άμυνα για την οποία θα μιλήσω σήμερα, είναι μία παρόμοια άμυνα, την οποία εγώ επίσης θα τοποθετούσα στις ώριμες άμυνες, κι αφορά, όπως προαναφέρθηκε την καθαρή συνείδηση. Παράλληλα βέβαια, εκτός από άμυνα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παράλληλα κι ως μία γνωσιακού τύπου τεχνική για τη διαχείριση των αποτυχιών. Ωστόσο την ορίζω ως άμυνα, επειδή θεωρώ ότι γίνεται πιο αυτόματα και δεν έχει το βάθος μίας ανεπτυγμένης, εντός της ψυχολογίας, τεχνικής.

   Προτού μιλήσω βέβαια ξεκάθαρα για το πώς ακριβώς δουλεύει, πρέπει να κάνω μία διευκρίνιση, και να δώσω ίσως την εντύπωση ότι αποδομώ και σε κάποιο βαθμό τις ιδέες που ανέφερα σε ένα προηγούμενο κείμενό μου, αλλά στην πραγματικότητα χτίζοντας ακόμα περισσότερο πάνω σε αυτές. Στο 25ο φιλοσοφικό-λογικό δοκίμιο είχα μιλήσει για την "κανονικότητα που διέπει τη ζωή μας". Η βασική ιδέα πάνω στην οποία στηριζόταν το κείμενο αυτό ήταν ότι, όταν κάνεις κάτι σωστά, θα έχεις κι ένα θετικό αποτέλεσμα, ενώ όταν κάνεις κάτι λάθος, τότε θα έχεις ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Είχα αφήσει τότε ένα παράθυρο σε αυτή τη θεωρία. Αυτό το παράθυρο ήταν η τύχη, την οποία είχα ορίσει ως οτιδήποτε συμβαίνει και έχει εξωτερικά από μας αίτια, καθορίζοντας παράλληλα, θετικά ή αρνητικά, κάποια προσπάθειά μας. Είχα πει και τότε ότι κάποιες φορές ο παράγοντας αυτός μπορεί να σπάσει τον κανόνα της αιτιότητας, οδηγώντας ουσιαστικά μία ανεπαρκή προσπάθεια σε ένα άρτιο αποτέλεσμα, ή και το αντίθετο. Την τύχη την είχα χωρίσει και σε δύο κατηγορίες, την τύχη "αγνώστου" και "γνωστού υποκειμένου". Η πρώτη ήταν κάτι που απλά γίνεται, και δεν ξέρουμε ποιος και γιατί το προκαλεί, ενώ η δεύτερη κάτι που γίνεται από κάποιον άλλο, και ξέρουμε το υποκείμενο της πράξης και, αρκετά συχνά, και το κίνητρό του. Θα ήθελα να εστιάσω λίγο ακόμη εδώ. Η δεύτερη αυτή μορφή τύχης πρακτικά εμπερικλύει όσα γίνονται από άλλους κι επηρεάζουν εμάς. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, ζούμε με άλλους ανθρώπους, πολλούς άλλους ανθρώπους, κι οι ζωές μας είναι συνδεδεμένες. Παρόλο όμως που είμαστε όλοι άνθρωποι, και, λίγο-πολύ, "βράζουμε στο ίδιο καζάνι", οι λογικές μας πάντα διαφέρουν, άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι μπορεί να κάνουμε εμείς κάτι που με τη δική μας λογική είναι σωστό αλλά για κάποιου άλλου δεν είναι, είτε επειδή κάποιος από τους δύο κάνει λάθος(σε θέματα που μόνο ένα είναι το σωστό) είτε επειδή απλά έχουμε διαφορετικές προσεγγίσεις(σε θέματα με πολλαπλές σωστές προσεγγίσεις). Και, αν εμβαθύνουμε, λίγο περισσότερο; Σημαίνει ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι άψογα, τέλεια, καταπληκτικά, και να μην έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα επειδή κάποιος το απέρριψε/δεν το εκτίμησε, είτε επειδή έχει λανθασμένη κρίση, είτε επειδή απλά έχουμε διαφορετικά γούστα.

   Όπως προκύπτει λοιπόν, από όλα τα παραπάνω, ο κανόνας της κανονικότητας έχει αρκετές εξαιρέσεις, οι οποίες βέβαια τελικά τον επιβεβαιώνουν, αφού δεν παύει τις περισσότερες φορές να επικρατεί. Ωστόσο, αυτή η συνειδητοποίηση, με τη σειρά της, οδηγεί τη σκέψη μας κάπου αλλού. Αυτό το "αλλού", για να το εκφράσω, θα δανειστώ αυτολεξεί κάτι που είχα πει στο 25ο φιλοσοφικό-λογικό δοκίμιο. "Πρέπει να πάψουμε να δίνουμε σημασία στο τι μας έρχεται ουρανοκατέβατο και να εστιάσουμε στο τι μπορούμε εμείς να διεκδικήσουμε και να κερδίσουμε. Να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, ό,τι περνάει από το χέρι μας, ώστε εμείς από την πλευρά μας να είμαστε σωστοί και να μη σκεφτόμαστε τι μπορεί να τύχει και τι μπορεί να μας δώσουν οι άλλοι." Γιατί, όπως διαπίστωσα, και μέσω σκέψης, και στην πράξη, είναι πραγματικά πολύ καλύτερο, να ξέρεις ότι έχεις κάνει ό,τι καλύτερο μπορείς μετά από μία αποτυχία, παρά ότι δεν προσπάθησες αρκετά. Θεωρώ ότι το να ξέρεις ότι η αποτυχία οφείλεται (κυρίως) σε σένα έχει μεν το θετικό που προανέφερα, ότι σου δίνει την ελπίδα ότι αν προσπαθήσεις περισσότερο&σωστότερα θα κατακτήσεις αυτό που θες, αλλά παράλληλα σε κάνει να νοιώθεις πάρα πολύ άσχημα. Αντίθετα, αν ξέρεις ότι προσπάθησες όσο κι όπως έπρεπε, αν έχεις καθαρή τη συνείδησή σου, μπορείς έτσι να νοιώσεις καλύτερα. Επομένως, ο αμυντικός μηχανισμός που προτείνω με αυτό το κείμενο είναι ακριβώς αυτό, να κάνει ο καθένας ό,τι καλύτερο μπορεί για να πετύχει τους στόχους του και να έχει επίγνωση αυτού, ακόμα και σε περίπτωση που εξωτερικοί παράγοντες(-τύχη) του χαλάσουν τα σχέδια.

   Φυσικά, ο συγκεκριμένος μηχανισμός έχει κάποιους περιορισμούς. Ο πρώτος αφορά αυτό που είπα κλείνοντας την προηγούμενή μου παράγραφο. "Να έχει επίγνωση αυτού". Για να δουλέψει αυτός ο αμυντικός μηχανισμός, το άτομο πρέπει να γνωρίζει και να έχει αποδεχθεί κάποια πράγματα. Πρώτον, φυσικά, αυτό που είπα κι εκεί, ότι δηλαδή έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Αν το άτομο δεν το έχει συνειδητοποιήσει αυτό, τότε πολύ απλά δεν θα έχει καθαρή τη συνειδησή του, και δεν θα μπορεί να νοιώσει καλύτερα. Αυτό βέβαια, όσο κι αν είναι σημαντικό, δεν είναι τόσο συχνό ως πρόβλημα, αφού οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν πρόβλημα να αντιληφθούν την προσπάθειά τους ως εξαιρετική, ακόμα κι όταν δεν είναι. Ο δεύτερος περιορισμός, στον οποίο έκανα λόγο πιο πάνω, είναι μάλλον κάπως πιο δύσκολος στην αποδοχή του από τους ανθρώπους. "Ο κανόνας της κανονικότητας σπάει". Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι μπορεί να κάνεις κάτι τέλεια κι η τύχη να στο διαλύσει όσο δεν πάει. Είναι κάτι διόλου απίθανο. Η τύχη, ή και οι άλλοι(που όπως προείπα είναι κι αυτοί μια μορφής τύχη αφού οι πράξεις τους είναι εκτός του δικού μας ελέγχου) μπορούν να χαλάσουν μία άρτια προσπάθεια και να μην επιτρέψουν να στεφθεί με επιτυχία. Είναι κάτι αρκετά δύσκολο για κάποιους ανθρώπους, ειδικά για τους επιμελείς και τους τελειομανείς να το αποδεχθούν, ότι μπορεί να κάνουν κάτι τέλεια και πάλι να μην πετύχουν το στόχο τους. Κι όσο κι αν έχουν μάλλον δίκιο να αγανακτούν με αυτό, είναι κάτι που είναι έτσι και δεν αλλάζει. Και όπως έχω μάθει πλέον καλά και προτείνω και στους άλλους, κάτι που δεν μπορούμε να το αλλάξουμε πρέπει να το αποδεχόμαστε. Και η αποδοχή της συγκεκριμένης αρχής είναι απαραίτητη για τη χρήση της άμυνας της καθαρής συνείδησης, η οποία επιτυγχάνεται μέσω μίας τρίτης αρχής-περιορισμού της. "Να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, ό,τι περνάει από το χέρι μας, ώστε εμείς από την πλευρά μας να είμαστε σωστοί και να μη σκεφτόμαστε τι μπορεί να τύχει και τι μπορεί να μας δώσουν οι άλλοι." Πιο απλά, να μην κοιτάμε τόσο το αποτέλεσμα, θα έλεγα. Κάποιος μπορεί να το θεωρήσει αυτό τρελό. Εγώ αρχικά θα επισημάνω κάτι που δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος, αλλά οι περισσότεροι δεν το κάνουν. Το αποτέλεσμα δεν είναι 100% στο χέρι μας, ενώ το να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για αυτό είναι. Οπότε είναι πιο λογικό να νοιαζόμαστε για αυτό. Μα κυρίως, σας παραπέμπω όλους στο ποίημα του Καβάφη, "Ιθάκη"(όσοι δεν το έχετε διαβάσει κάντε το, αξίζει πραγματικά). Από όλο αυτό το υπέροχο ποίημα που εκφράζει με έναν πιο καλλιτεχνικό τρόπο αρκετά από όσα λέω σε αυτό το κείμενο, θα εστιάσω σε έναν στοίχο: "Η Ιθάκη σε έδωσε το ωραίο ταξίδι". Οι "Ιθάκες", οι στόχοι μας, αυτό το σκοπό πρέπει να έχουν, σε έναν κόσμο που ο κανόνας της αιτιότητας-κανονικότητας υπάρχει, πλην όμως δεν είναι 100% κυρίαρχος. Να αποτελούν τους φάρους που μας κινητοποιούν, μας κάνουν να βγαίνουμε από το καβούκι μας και να κάνουμε ταξίδια. Που μπορεί η τύχη να τα φέρει έτσι και να μην φτάσουμε στον προορισμό μας ή να μην κερδίσουμε όσα αποσκοπούσαμε ξεκινώντας, αλλά ποτέ, μα ποτέ, ένα ταξίδι, που γίνεται σωστά, δεν είναι άσκοπο. Μπορεί η τύχη να μας στερήσει αυτά που ονειρευόμαστε μια, τρεις, δέκα φορές. Αλλά πάντα, αν αναζητάμε τι είναι το σωστό να κάνουμε και το κάνουμε, πάντα αργά η γρήγορα θα κερδίσουμε κάποια, τα περισσότερα λογικά, από αυτά που θέλουμε. Και θα νοιώθουμε, στο μεγαλύτερο βαθμό, καλά με τον εαυτό μας, ξέροντας ότι δεν ευθυνόμαστε εμείς για όσα ονειρεύτηκε και δεν κατέκτησε τελικά.

   Θα μπορούσα κάλλιστα να κλείσω το σημερινό κείμενο με το παραπάνω. Ωστόσο, υπάρχει και μία ακόμη πτυχή της άμυνας της καθαρής συνείδησης. Ένας ακόμη περιορισμός, όχι για το αν θα μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε, αλλά για το αν θα το κάνουμε σωστά, οπότε και, σύμφωνα με τον κανόνα της κανονικότητας, θα έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα, το οποίο είναι να νοιώθουμε καλά και να βελτιωνόμαστε συνεχώς σαν άνθρωποι. Γιατί η άμυνα της καθαρής συνείδησης, όσο κι αν θεωρώ ότι είναι κι αποτελεσματική κι ωφέλιμη, ενέχει μία μεγάλη παγίδα. Η παγίδα αυτή αφορά την αποποίηση των ευθυνών μας, όταν υπάρχουν. Γιατί κάποιες φορές θα φταίμε σίγουρα και μεις, κάτι δεν θα έχουμε κάνει καλά, κάτι θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει καλύτερα. Συνεπώς, θα είναι σε βάθος χρόνου καταστροφικό να μην το αντιλαμβανόμαστε. Μπορεί βραχυπρόθεσμα να είναι βοηθητικό, να μας κάνει να νοιώθουμε καλύτερα, αλλά μακροπρόθεσμα θα είναι βλαβερό γιατί δεν θα εντοπίσουμε τα λάθη μας, δεν θα τα διορθώσουμε, θα τα ξανακάνουμε και θα βρεθούμε πάλι χαμένοι. Πρόκειται για ένα λάθος που πολλοί άνθρωποι κάνουν. Είναι κι αυτό μία μορφή άμυνας, να μην αντιλαμβάνεσαι ότι εσύ είσαι υπεύθυνος για κάτι αρνητικό που σου συνέβη και να τα ρίχνεις αλλού. Όπως είπα όμως, σε βάθος χρόνου είναι κάτι πολύ κακό, για αυτό δεν το συνιστώ καθόλου. Ακόμα κι αν η ευθύνη σου είναι πολύ μικρή, 5% πχ, ακόμα και τότε πρέπει να την αναλάβεις. Μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, αυτό το μικρό και, φαινομενικά, ασήμαντο 5%, να κάνει όλη τη διαφορά. Αρχικά θα απογοητευτείς, πράγμα απόλυτα λογικό βέβαια, αλλά ακόμα κι αυτό το συναίσθημα θα καταλαγιάσει μόλις νοιώσεις ότι διόρθωσες μία ανεπάρκειά σου και πλέον είσαι ικανότερος να χειριστείς ανάλογες καταστάσεις στο μέλλον. Ίσως να είναι και περιττό πλέον, αλλά για παν ενδεχόμενο θα υπενθυμίσω και κάτι που λέω πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις. Πρέπει στα πάντα να υπάρχει ένα μέτρο. Όσον αφορά λοιπόν την άμυνα της καθαρής συνείδησης, δεν πρέπει να γίνονται υπερβολές στη χρήση της, όπως πχ να μην κοιτάμε καθόλου το αποτέλεσμα και να μη νοιαζόμαστε καθόλου για αυτό, ή να φτάσουμε στο επίπεδο του ψυχαναγκασμού, εξετάζοντας με υπερβολικό πείσμα πώς μπορούμε να κάνουμε κάτι όσο πιο τέλεια γίνεται, να γίνουμε δηλαδή αρρωστημένα τελειομανείς.

   Πριν κλείσω, θα ήθελα να αναφέρω και κάτι τελευταίο. Ανέφερα στην αρχή ότι το να  είμαστε εμείς οι ίδιοι υπεύθυνοι για κάτι αρνητικό που μας συνέβη βοηθάει στο να νοιώθουμε δυνατοί, ικανοί να καθορίσουμε τη μοίρα μας και να την ανατρέψουμε, κάνοντας το σωστό. Και, αντίθετα, ότι αν ξέρουμε ότι έχουμε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούμε και πάλι αποτύχαμε νοιώθουμε αδύναμοι ενάντια σε εκείνη. Και φυσικά, αυτά ισχύουν. Όπως και κάτι που είχα πει, μεταξύ άλλων, στο 25ο φιλοσοφικό-λογικό δοκίμιο: "Ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι είναι έρμαιο των συνθηκών και δε βρίσκεται στο χέρι του η δυνατότητα να αλλάξει τα πράγματα, είναι πολύ ευκολότερο να απογοητευτεί οικτρά και να τα παρατήσει, σε σχέση με κάποιον που ξέρει ότι μπορεί, καταβάλλοντας μεγαλύτερη προσπάθεια, να κερδίσει αυτό που επιθυμεί." Αυτά όμως δεν σημαίνουν ότι η άμυνα της καθαρής συνείδησης είναι ανεπαρκής. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους, που θα μπορούσα να ορίσω ως επιπλέον περιορισμούς στη χρήση της, πράγματα που πρέπει να γνωρίζει το άτομο και να έχει αποδεχτεί, ώστε να τη χρησιμοποιήσει, και αφορούν επίσης πράγματα που έχω προαναφέρει. Α)"Όπως προκύπτει λοιπόν, από όλα τα παραπάνω, ο κανόνας της κανονικότητας έχει αρκετές εξαιρέσεις, οι οποίες βέβαια τελικά τον επιβεβαιώνουν, αφού δεν παύει τις περισσότερες φορές να επικρατεί" Και να προσθέσω κι ένα ακόμα, "Μπορεί η τύχη να μας στερήσει αυτά που ονειρευόμαστε μια, τρεις, δέκα φορές. Αλλά πάντα, αν αναζητάμε τι είναι το σωστό να κάνουμε και το κάνουμε, πάντα αργά η γρήγορα θα κερδίσουμε κάποια, τα περισσότερα λογικά, από αυτά που θέλουμε." Ναι, αγαπητοί μου φίλοι. Η τύχη λίγες μόνο φορές, συγκριτικά με το σύνολο των προσπαθειών μας, θα μας χαλάει τις άρτιες προσπάθειες. Κάποιες φορές θα το κάνει, τις περισσότερες όμως όχι. Αυτό σημαίνει ότι ναι μεν δεν έχουμε πλήρη εξουσία πάνω στη μοίρα μας, αλλά έχουμε μία μεγάλη. Και, Β)"Μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, αυτό το μικρό και, φαινομενικά, ασήμαντο 5%, να κάνει όλη τη διαφορά." Πάντα θα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Έστω και πολύ μικρά. Που μπορεί όμως να αποτελέσουν τις μικρές λεπτομέρειες που θα κάνουν τη διαφορά. Είναι πολύ πιο βοηθητικό να εστιάσουμε εκεί παρά στο υπόλοιπο 95%, πχ, που αν και μεγάλο ποσοστό δε στάθηκε τελικά αρκετό για να μας οδηγήσει στην επιτυχία.

   Γενικά, η άμυνα της καθαρής συνείδησης είναι κάτι που χρησιμοποιώ αρκετό καιρό τώρα και έχω δει και στην πράξη ότι είναι ένας βοηθητικός τρόπος αντιμετώπισης των δυσκολιών και των αποτυχιών. Σημείο κλειδί βέβαια στη χρήση της, είναι να γνωρίζει κάποιος τους (αρκετούς μάλλον) περιορισμούς της, τις συνειδητοποιήσεις που είναι απαραίτητο να κάνουμε ούτως ώστε να μπορέσουμε να τη χρησιμοποιήσουμε αποτελεσματικά. Ωστόσο, θεωρώ ότι αξίζει πέρα για πέρα τον κόπο, γιατί μπορεί, όχι μόνο να μας κάνει να νοιώσουμε καλύτερα, αλλά και να διαχειριστούμε τις αποτυχίες μας με έναν εποικοδομητικό τρόπο και να βελτιωθούμε μέσω αυτών, αντλώντας τελικά από αυτές οφέλη.

                                                   Homo Cogitans

Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

9o Κοινωνιολογικό Δοκίμιο: Βασικά γνωστικά λάθη στις ανθρώπινες σχέσεις

   Στο σημερινό κείμενο, θα αρχίσω όπως συχνά συνηθίζω, ορμώμενος από μία θεωρία κάποιου επιστήμονα/διανοητή. Αυτή τη φορά, αυτή την ιδιότητα του άτυπου "συνεργάτη" μου θα έχει ο Άλμπερτ Έλλις. Πρόκειται για έναν πολύ σπουδαίο ψυχολογόγο του προηγούμενου αιώνα, ο οποίος θεμελίωσε μία ιδιαίτερη κατεύθυνση της ψυχοθεραπείας, της λογικο-θυμικής θεραπείας. Η συγκεκριμένη κατεύθυνση, η οποία συμπτωματικά είναι εκείνη με την οποία ταυτίζομαι κι εγώ προσωπικά, βασίζεται στην ιδέα ότι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τα πράγματα έχει τεράστια σημασία κι ίσως κι ακόμα σημαντικότερο ρόλο κι από τα ίδια τα πράγματα(τα γεγονότα) στο πώς νοιώθουν, πώς σκέφτονται, πώς δρουν. Θεμέλιο λίθο της προσέγγισης του Έλλις ήταν οι "παράλογες αντιλήψεις" που σύμφωνα με τον ίδιο έχουν οι άνθρωποι. Οι συγκεκριμένες αντιλήψεις, 12 στον αριθμό, ευθύνονται για τα περισσότερα λάθη στα οποία υποπίπτουν οι άνθρωποι και για την αδυναμία τους να ευτυχήσουν. Με το σημερινό μου κείμενο θα επιχειρήσω να κάνω κάτι παρόμοιο με τον Έλλις, με διαφορά όμως ότι εγώ δεν θα μιλήσω για γενικές παράλογες αντιλήψεις, για τη ζωή, αλλά για πιο συγκεκριμένες, εστιάζοντας στο θέμα των σχέσεων και της αλληλεπίδρασής μας με τους άλλους. Αυτές τις παράλογες αντιλήψεις τις έχω εντοπίσει στον εαυτό μου, στα άτομα με τα οποία συναναστρέφομαι και ακόμα και σε άτομα με τα οποία δεν έχω επαφή αλλά ήμουν/είμαι σε θέση να παρακολουθώ, έστω κι από μία απόσταση, τη συμπεριφορά τους. Φυσικά, κάτι φαινομενικά αυτονόητο, αλλά που για σιγουριά θα διευκρινίσω προκαταβολικά, είναι ότι δεν υποπίπτουν όλοι οι άνθρωποι σε όλα αυτά τα σφάλματα. Κάποιοι θα υποπίπτουν σε όλα, κάποιοι σε κανένα κι οι περισσότεροι βρίσκονται μάλλον κάπου στη μέση.


Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

8ο Κοινωνιολογικό Δοκίμιο: Η επικράτηση της εξουσιαστικής βίας στο σύγχρονο κόσμο&ο αντίκτυπός της στην ψυχολογία των ανθρώπων

   "Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Αποκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε, ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε". Η παραπάνω ρήση ανήκει στον Μενέλαο Λουντέμη. Μου ήρθε πρόσφατα στο μυαλό, με αφορμή κάποια πράγματα που συνειδητοποίησα, οπότε θεώρησα καλό να ξεκινήσω την σημερινή μου ανάρτηση με αυτήν. Με τη συγκεκριμένη μου ανάρτηση, η οποία θα έχει πιθανότατα συνέχεια και με ένα δεύτερο μέρος, θα επιχειρήσω να εντρυφήσω στις πιο "σκοτεινές" πλευρές της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.

 


Σάββατο 19 Αυγούστου 2017

26ο Φιλοσοφικό(Λογικό) Δοκίμιο: Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, όπου υπάρχει καπνός δεν υπάρχει και φωτιά

   Διαβάζοντας το σημερινό κείμενο, κάποιος θα πρέπει να προσέχει ώστε να μην παραπλανηθεί από τον τίτλο. Ο σκοπός μου δεν είναι, φυσικά, να αναφέρω παροιμίες. Είναι να εξετάσω τη βαθύτερη ουσία των δύο παροιμιών, τις οποίες αναφέρω στον τίτλο(:"Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός"&"Όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά"), ώστε να κάνω κάποιες επισημάνσεις. Ένα ακόμα ρητό, στο οποίο θα αναφερθώ, είναι το "ου κρίνεις εξ'ιδίων τα αλλότρια". Κάποιος με καλή παρατηρητικότητα και αντίληψη λογικά καταλαβαίνει την ομοιότητα αυτών των ρητών, η οποία μπορούμε να πούμε, σε μια πρώτη φάση, ότι είναι η διάκριση(ή μη:αυτό ισχύει στο "όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά") του φαίνεσθαι και του είναι. Και, σε μια δεύτερη φάση, όχι και τόσο εμφανή στις παροιμίες του τίτλου, η εφαρμογή αυτής στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων.